διαστρέβλωση


διαστρέβλωση
[диастрэвлоси] ουσ. Θ. искажение, извращение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαστρέβλωση" в других словарях:

  • διαστρέβλωση — η (AM διαστρέβλωσις) [διαστρεβλώ] 1. η αλλοίωση που προέρχεται από στρέβλωση, παραμόρφωση 2. παραποίηση, τροποποίηση («διαστρέβλωση λόγων») …   Dictionary of Greek

  • διαστρέβλωση — η η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διαστρεβλώνω, η αλλοίωση: Το σπάσιμο του χεριού του κατέληξε στη διαστρέβλωση των δάχτυλών του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδιάστρεπτος — η, ο (Α μόνο το επίρρ.) [διαστρέφω] νεοελλ. 1. αυτός που δεν υπέστη ή δεν υφίσταται διαστρέβλωση ή αλλαγή, αναλλοίωτος, πραγματικός 2. αυτός που δεν υπέστη ή δεν υφίσταται ηθική διαστροφή, ο μη διεφθαρμένος, αδιάφθορος αρχ. επίρρ. ἀδιαστρέπτως… …   Dictionary of Greek

  • ακύλας — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μάρτυρας από την Τραπεζούντα. Αποκεφαλίστηκε, μαζί με τους συμπατριώτες του Βαλεριανό, Κανίδιο και Ευγένιο, την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (4ος αι.). Το συναξάρι τους, που βρίσκεται στη… …   Dictionary of Greek

  • κακομεταχείριση — η 1. κακή, βάναυση συμπεριφορά, σκληρός τρόπος 2. φρ. «κακομεταχείριση τής αλήθειας» διαστροφή τής αλήθειας, διαστρέβλωση τών γεγονότων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακομεταχειρίζομαι. Η λ., στον λόγιο τ. κακομεταχείρισις, μαρτυρείται από το 1887 στον Μαργ.… …   Dictionary of Greek

  • κακοποίηση — η (AM κακοποίησις) [κακοποιώ] νεοελλ. 1. κακομεταχείριση, βιαιοπραγία, βασανισμός, βάναυση πράξη που επιφέρει βλάβη 2. υβριστική, βάναυση συμπεριφορά 3. βιασμός, ατίμωση διά τής βίας 4. κακή χρήση, διαστρέβλωση («κακοποίηση τής αλήθειας») μσν.… …   Dictionary of Greek

  • παραμόρφωση — Μεταβολή της μορφής ενός πράγματος προς το χειρότερο, το κάνω διαφορετικό, το κάνω αγνώριστο. Π. λέγεται και για τον άνθρωπο: «τα εγκαύματα του παραμόρφωσαν το πρόσωπο», «είναι ανάπηρος και με παραμορφωμένα μέλη». Λέγεται και για γραπτά ή… …   Dictionary of Greek

  • παραπληροφόρηση — η [παραπληροφορώ] η μη σωστή ενημέρωση με την απόκρυψη ή καθυστερημένη μετάδοση ορισμένων πληροφοριών, με την υπέρμετρη προβολή άλλων ή με τη διάδοση ειδήσεων που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα, τακτική που συνεπάγεται παραποίηση και …   Dictionary of Greek

  • παραποίηση — η / παραποίησις, ήσεως, ΝΜΑ [παραποιώ] παράνομη, δόλια απομίμηση, νόθευση (α. «παραποίηση γραμματοσήμων» β. «παραποίηση νομίσματος» παραχάραξη νομίσματος) νεοελλ. διαστρέβλωση, αλλοίωση («παραποίηση τής αλήθειας») μσν. αρχ. μικρή μεταβολή, ελαφρά …   Dictionary of Greek

  • στρέβλωση — η / στρέβλωσις, ώσεως, ΝΜΑ [στρεβλῶ, ώνω] η ενέργεια τού στρεβλώνω, συστροφή νεοελλ. 1. εξάρθρωση 2. μτφ. παραποίηση, διαστρέβλωση μσν. μτφ. ηθική διαστροφή αρχ. βασανιστήριο με τη χρήση στρέβλης …   Dictionary of Greek